Christopher Nolan: Batman Begins

Το Επαναστατικό


Χρονιά Κυκλοφορίας: 2005
Ειδική Βαθμολογία = 9
Γενική Βαθμολογία = 12

Ίσως η καλύτερη υπερηρωική origin ταινία: έπιασε την ουσία του χαρακτήρα και άλλαξε το blockbuster τοπίο για πάντα.

Πάμε πίσω στο 2005. Οι υπερηρωικές ταινίες είχαν δει από το 2000 μια εμπορική άνοδο, με το Hollywood να κυκλοφορεί δυο-τρεις ανά χρονιά, αλλά το πρόβλημα ήταν πως σπάνια ήταν καλές, όντας περισσότερο φεστιβάλ εκρήξεων και δράσης, παρά καλά δομημένες ιστορίες. Με διαφορά, τα πρώτα δύο Spider-Man του Sam Raimi βρίσκονταν στην κορυφή του υπο-είδους, έχοντας μια βαθιά κατανόηση του κεντρικού ήρωα, σκηνοθετική αυτονομία και ικανά να τοποθετήσουν την ιστορία και τους χαρακτήρες πάνω από την δράση. Παρά αυτή την λαμπερή εξαίρεση, οι υπερηρωικές ταινίες απλά δεν ήταν τόσο καλές.

Για αυτό τον λόγο, όταν το Batman Begins κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2005, αποτέλεσε μια μεγάλη έκπληξη για τους πάντες, φέρνοντας επανάσταση στην έννοια blockbuster. Ο Batman αποτελέσε τον ιδανικό ήρωα για τον Nolan, αφού πολλές από τις θεματικές που υπάρχουν στον μύθο του είναι μέρος των φιλοσοφικών αναζητήσεων του σκηνοθέτη (προσωπική ταυτότητα, ηθική, εμμονές, συναισθηματική αστάθεια, διαφθορά, ενοχές, φόβοι κτλ.). Ακόμη, το σκηνοθετικό/σεναριακό του ύφος έχει αρκετά από τα γνωστά trademarks του, όπως μια μη-γραμμική πλοκή, πρακτικά εφφέ, αστικές τοποθεσίες κτλ.. Αποτελέσματα: α) οι comic book movies απέκτησαν σεβασμό από τους κριτικούς λόγω της καλλιτεχνικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας της ταινίας, β) αρκετοί «υπερηρωικοί» δημιουργοί άρχισαν να είναι πιο ελεύθεροι καλλιτεχνικά λόγω του Nolan, γ) οι cbm και τα reboot έγιναν κύρια πηγή εσόδων για το Hollywood τα επόμενα χρόνια.

Το σημαντικότερο επίτευγμα της ταινίας, όμως, παραμένει η αναγέννηση του κινηματογραφικού franchise του Batman. Μετά την καταστροφική αποτυχία του Batman & Robin, το μέλλον του χαρακτήρα στη μεγάλη οθόνη ήταν αβέβαιο. Διάφορες προτάσεις είχαν πέσει στο τραπέζι, αλλά ήταν το όραμα των αδερφών Nolan και του David S. Goyer που επικράτησε, οι οποίοι ήθελαν να φέρουν τον Batman πίσω στις σκοτεινές του ρίζες και να του δώσουν μια πιο ρεαλιστική απεικόνιση. Επιπλέον, σκοπός των δημιουργών ήταν να κάνουν τον Bruce Wayne το ίδιο ενδιαφέρων με το alter ego του: ο Nolan θεωρούσε πως όλες οι προηγούμενες ταινίες του Batman ήταν περισσότερο στυλ παρά ουσία και είχε σκοπό να αποδώσει σωστά και ολοκληρωμένα τον χαρακτήρα του.

Το character study που γίνεται εδώ, λοιπόν, είναι απλά εκπληκτικό. Βλέπουμε όλη την πορεία του Bruce Wayne (Christian Bale, δίνεται ολοκληρωτικά στον ρόλο) από παιδί μέχρι να γίνει ο Batman. Όλα τα βήματα (η φοβία για τις νυχτερίδες, ο θάνατος των γονιών του, η ασίγαστη επιθυμία για εκδίκηση που γίνεται επιθυμία για πάταξη του εγκλήματος, η μετατροπή του παιδικού του φόβου και του θυμού του σε όπλο, η ωρίμανση του σχετικά με την έννοια καλού/κακού κτλ.) αποτυπώνονται με βάρος στην οθόνη, δίνοντας μια υπέροχη εικόνα του ψυχισμού του: ο Bruce Wayne σταματά να είναι επίπεδος χαρακτήρας όπως στις ταινίες του Burton και αποκτά σάρκα και οστά ως η πιο ανθρώπινη εκδοχή του ήρωα σε live action ταινία. Για αυτό τον λόγο, η “I’m Batman” σκηνή της ταινίας σε χτυπάει με πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη απ’ότι οι αντίστοιχες στο παρελθόν: πήρες μέρος στο ταξίδι και βίωσες την εξέλιξη του χαρακτήρα.

Ακόμη, οι δημιουργοί φροντίζουν να αναδείξουν φανταστικά όλες τις πτυχές του χαρακτήρα (τον δαιμονικό, επιβλητικό Batman, το υπερφίαλο, ανώριμο playboy προσωπείο και τον πραγματικό Wayne, με το διακριτικό του χιούμορ και την βλοσυρή, εγκεφαλική και εμμονική του προσωπικότητα, να προσπαθεί να ισορροπήσει την κατάσταση). Κάλο παράδειγμα είναι οι χιουμοριστικές σκηνές όπου κάνει μπάνιο με μοντέλα, αλλά με το που δει την Rachel αλλάζει αμέσως χαρακτήρα. Επίσης, λατρεύω την σχέση που αναπτύσσει με τον Alfred (Michael Kane σε μια μετρημένη ερμηνεία), ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα φίλο, μέντορα, πατρική και μητρική φιγούρα και, με τον συχνό σαρκασμό και παρουσία του, στηρίζει τον Bruce σε κάθε βήμα των αποφάσεων. Ειδική μνεία αξίζει στην συγκινητικότατη σκηνή όπου, με την έπαυλη Wayne να έχει κάει ολοκληρωτικά, ο Bruce κοιτά απογοητευμένος τις φωτιές, μέχρι ο Alfred να του θυμήσει τον λόγο που πέφτουμε.

Και η μεταχείριση των villains εδώ δεν πάει πίσω. Ο Ra’s Al Ghul (Liam Neeson, με το γνωστό του presence να ταιριάζει γάντι με τον ρόλο) μπορεί να έχει χάσει την μεταφυσική και larger than life παρουσίαση που έχει κανονικά, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να γίνει ένας εξαιρετικός αντίπαλος για τον ήρωα. Στην πραγματικότητα, θέλει και εκείνος να σταματήσει το έγκλημα, απλά ο τρόπος του είναι πολύ πιο απάνθρωπος και τραχύς. Το ενδιαφέρον είναι πως η απεικόνιση της παρηκμασμένης, διεφθαρμένης και εγκληματικής Gotham City κάνει το σχέδιο του Ra’s να την καταστρέψει σχεδόν λογικό και είναι πολύ πιθανό να πιάσεις τον εαυτό σου να συμφωνεί μαζί του ανά τόπους: ακόμη και στο τέλος της ταινίας, η πόλη απέχει πολύ από το να θεωρηθεί σωσμένη από τα προβλήματα που την μαστίζουν.

Επίσης, θεωρώ πως ο Scarecrow (που παίζεται με creepy τελειότητα από τον Cillian Murphy) είναι ένας ακόμη καλογραμμένος κακός: μπορεί οι φαν του κακού να ξενερώσουν που είναι «πιόνι» του Ra’s και δεν έχει κύριο ρόλο, αλλά η σαδιστική, ψυχωτική και γλοιώδης προσωπικότητα του λάμπει στην ταινία, ενώ η πρώτη εφιαλτική αναμέτρηση του με τον Batman αποτελεί άλλη μια κορυφαία σκηνή, αφήνωντας τον ήρωα ευάλωτο στους φόβους του: το να βλέπεις τον Batman να πέφτει από ψηλά, ενώ καίγεται ζωντανός, και να βασανίζεται από τρόμο θα σου ραγίσει την καρδιά.

Από σκηνοθετικής απόψεως, μπορώ να πω πως η κινηματογράφηση είναι καταπληκτική. Για μια ταινία που άθελα της ξεκίνησε την «σκοτεινή και ρεαλιστική» απεικόνιση υπερηρώων, η παλέτα χρωμάτων της είναι αρκετά πλούσια, με ενδιαφέρουσες αντιθέσεις και συνδυασμούς, ενώ υπάρχει μια πληθώρα από εμβληματικά πλάνα, όπως ο Batman να στέκεται σε gargoyle στην κεντρική Gotham ή να κρατιέται από έναν τοίχο στο παρακμιακό Narrows, τα χιονισμένα Ιμαλάια κτλ.. Σε αυτά οφείλεται και η ποικιλία των εξωτερικών τοποθεσιών που επέλεξαν οι δημιουργοί, όπως και η επιμονή του Nolan να σκηνοθετεί όσο πιο «φυσικά» γίνεται, χωρίς ψηφιακές παρεμβάσεις.

Ακόμη, κατάφεραν να γυρίσουν και μερικές καταπληκτικές σκηνές δράσεις. Η πρώτη νύχτα του Batman στα λιμάνια της Gotham είναι γυρισμένη από την οπτική γωνία των εγκληματιών και, χάρη στα απότομα κοψίματα την ώρα του ξυλοκοπήματος και τον τρόμο που έχουν οι εγκληματίες πριν τον δουν, δημιουργεί μια αξέχαστη αύρα αγωνίας και μυστηρίου στον θεατή. Το καλύτερο sequence δράσης, όμως, είναι ξεκάθαρα αυτό που ξεκινάει από το κάλεσμα των νυχτεριδών μέχρι και την στιγμή που ο Batman φτάνει στο batcave. Ίσως η καλύτερη σκηνή με το Batmobile που έχω δει ποτέ μου, είναι ταυτόχρονα καθηλωτική τόσο σαν σκηνή δράσης όσο και σαν δραματική κορύφωση, αφού ο Batman προσπαθεί απεγνωσμένα να σώσει την Rachel, με έναν σκασμό αστυνομικών να θέλουν να τον συλλάβουν. Και το homage στο Year One με το τσούρμο από νυχτερίδες να βοηθούν τον Batman; Υπέροχα πράγματα.

Μέγαλο μπράβο αξίζει και στον υπέροχο συνθέτη Hans Zimmer και τον συνεργάτη του James Newton Howard, για την φανταστική μουσική επένδυση στην ταινία. Η δουλειά τους δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από το soundtrack του Danny Elfman για τις ταινίες του Burton, έχοντας μια πληθώρα από υπέροχα μοτίβα και θέματα που κυμαίνονται από τα μελαγχολικά και δραματικά στα επικά και μεγαλοπρεπή. Παράλληλα με την ταινία, η gothic, «παραμυθένια» αισθητική του Elfman δίνει την θέση της στην πιο gritty ατμόσφαιρα του συνθετικού δίδυμου και το αποτέλεσμα είναι μια μουσική πανδαισία

Το love interest της ταινίας, η Rachel Dawes (Katie Holmes, σε μια κάπως άχρωμη ερμηνεία), θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα μειονεκτήματα της ταινίας, αλλά προσωπικά διατηρώ ουδέτερη στάση. Πρόκειται για μια ασταμάτητη ιδεαλίστρια, που δεν έχει κανένα πρόβλημα να την «πει» στον Bruce για την υπερφίαλη ζωή που εκείνη νομίζει πως κάνει ή να του μάθει πως η εκδίκηση δεν ισούται με την δικαιοσύνη. Το πρόβλημα είναι πως όλα αυτά την καθιστούν περισσότερο ως φίλη και ηθική πυξίδα για τον ήρωα παρά ως ερωτική σύντροφο.

Δεν βλέπουμε ποτέ το ότι ήταν ερωτευμένη με τον Bruce (όπως παραδέχεται και η ίδια), κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει στην σχετική αδιαφορία του Nolan για αυτό το ζήτημα (είναι αφοσιωμένος κυρίως στον Bruce), στην έλλειψη εμβάθυνσης στον χαρακτήρα της Rachel και στην κάπως άνευρη/ανύπαρκτη χημεία μεταξύ των δύο ηθοποιών. Επομένως, λειτουργεί περισσότερο συμβολικά ως μέρος της φυσιολογικής ζωής που δεν πρόκειται ποτέ να έχει ο Bruce (για αυτό και η τελευταία τους σκηνή είναι δυνατή), αλλά θα ήθελα παραπάνω «ζουμί» στην σχέση τους.

Ένα ακόμη μειονέκτημα είναι η πλειοψηφία των σκηνών δράσης. Τόσο οι χορογραφίες όσο και η σκηνοθεσία/editing τους είναι υπερβολικά τσαπατσούλικες και το αποτέλεσμα καταλήγει μέτριο. Ακόμη και η τελική αναμέτρηση μεταξύ του Batman και του Ra’s, παρ’ότι ελαφρώς καλύτερη λόγω του interaction μεταξύ των δύο αντιπάλων, υποφέρει από τα ίδια προβλήματα. Το «χαοτικό» στυλ που δούλεψε υπέροχα στη σκηνή με το λιμάνι δεν είχε καμία θέση στις υπόλοιπες μάχες. Ακόμη, το τελικό sequence δράσης με το τρένο και την τοξίνη του Scarecrow να απλώνεται στην πόλη δεν είναι άσχημο, αλλά σε μια τόσο φρέσκια υπερηρωική ταινία με μια πληθώρα από θετικά στοιχεία καταλήγει σαν μια ελαφρώς συνηθισμένη τρίτη πράξη blockbuster.

Παρά αυτά τα λιγοστά προβλήματα, το Batman Begins καταφέρνει να δημιουργήσει ένα καταπληκτικό πορτραίτο του ήρωα και μια εξαιρετική περιπέτεια γύρω του. Χωρίς καμία αμφιβολία, αποτελεί την ταινία που άλλαξε την καριέρα του Nolan, αφού όλες οι υπόλοιπες ταινίες του ακολουθούν το δόγμα του “thinking man’s blockbuster” που ξεκίνησε από εδώ. Το Inception μπορεί να αποτελεί πιο ολοκλήρωμενο δείγμα του όρου και πιο πρωτότυπη δουλειά (αφού δεν είναι μεταφορά από άλλο μέσο), αλλά είναι το Begins που βρίσκει την formula του σκηνοθέτη να εφαρμόζεται για πρώτη φορά.

Sidney Lumet: Dog Day Afternoon

Χρονιά Κυκλοφορίας: 1975
Γενική Βαθμολογία = 14

Γρήγορη, δυναμική και έντονη, η ιστορία των δύο άτυχων ληστών σε καθηλώνει χωρίς πολλές φανφάρες.

Με αφορμή το άρθρο “The Boys In The Bank”, το οποίο εξιστορούσε μια ληστεία στο Brooklyn το καλοκαίρι του 1972, οι Lumet (σκηνοθεσία) και Frank Pierson (screenplay) δημιούργησαν το Dog Day Afternoon, με πρωταγωνιστές τους Al Pacino και John Cazale στους ρόλους των δύο ληστών. Είναι ενδιαφέρον πως η ταινία βρίσκει τόσο τους δύο ηθοποιούς, όσο και τον σκηνοθέτη σε περίοδο καλλιτεχνικής ακμής: το 1975, ο Pacino βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του με ήδη τρεις υποψηφιότητες για Oscar (με το ντεμπούτο του σε πρωταγωνιστικό ρόλο να ήταν μόλις το 1971), ο Cazale ήταν ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους star με δύο έξοχους β’ ρόλους στο ενεργητικό του, ενώ ο Lumet βίωνε μια δημιουργική αναγέννηση, αφού το κίνημα του “New Hollywood” που μεσουρανούσε στα 70’s ταίριαζε γάντι με τις ιστορίες που ήθελε να αφηγείται.

Για κάποιο λόγο, όμως, η ταινία αυτή δεν φαίνεται να είναι το ίδιο αγαπητή από το ευρύ κοινό όπως, για παράδειγμα το Taxi Driver, το Godfather ή το Annie Hall, για παράδειγμα. Σίγουρα, οι κριτικοί την θεωρούν (δικαίως) μια από τις καλύτερες ταινίες των 70’s, ενώ πληθώρα σινεφίλ και θαυμαστών των Pacino/Lumet την έχουν πολύ ψηλά στις προτιμήσεις τους, αλλά δεν είναι παράλογο να πεις πως η ταινία τείνει να ξεχνιέται αρκετά. Δεν θα την έλεγα υποτιμημένη, απλά κάπως…«κρυμμένη» πίσω από τα πιο δημοφιλή αριστουργήματα της δεκαετίας. Τι να κάνουμε.

Η ταινία, λοιπόν, πραγματεύεται τις συνέπειες που προκύπτουν από μια αποτυχημένη ληστεία και την ατελείωτη αντιπαράθεση της αστυνομίας με τους δύο ληστές. Πιστά με το κλίμα του New Hollywood, οι αντι-ηρωικοί αυτοί wannabe κλέφτες είναι το συναισθηματικό κέντρο της ταινίας και όχι οι ανταγωνιστές. Ο Sonny (Al Pacino) με την βοήθεια των φίλων του Sal (John Cazale) και Stevie (Gary Springer) οδηγείται στη ληστεία κυρίως γιατί χρειάζεται χρήματα για να κάνει αλλαγή φύλου ο σύντροφος του Leon (Chris Sarandon). Αυτό το αίτιο, σε συνδυασμό με τις προσωπικότητες των δύο πρωταγωνιστών (ο Sonny είναι φοβερά αγχώδης και νευρικός, ενώ ο Sal συνεσταλμένος και ήσυχος), καθιστούν αδύνατο το να μην τους λατρέψεις από τα πρώτα πέντε λεπτά της ταινίας.

Το screenplay είναι φανταστικό. Με το χιούμορ να βγαίνει αβίαστα από τις διάφορες καταστάσεις (π.χ. το μπουρδούκλωμα του Sonny με το πακέτο στο οποίο κρύβει το όπλο του ή την άτακτο φυγή του Stevie πριν ληστέψουν οτιδήποτε) και τις ερμηνείες των ηθοποιών (π.χ. οι mini καταρρεύσεις που παθαίνει συχνά ο Sonny ή το υποτονικό ύφος του Sal), ο Pierson ελαφρύνει αποτελεσματικότατα την ατμόσφαιρα εκεί που χρειάζεται. Ακόμη, φροντίζει τα όσα συμβάντα παίρνουν μέρος στην ταινία να ξεδιπλώνουν σιγά-σιγά τις προσωπικότητες των δύο ληστών: βλέπουμε έμπρακτα την καλή τους φύση μέσα από τη φροντίδα και προσοχή που δίνουν στους ομήρους τους, την αφέλεια τους όταν πιστεύουν πως όλα θα πάνε καλά στο τέλος, την χαρά του Sonny όταν γίνεται κάτι σαν λαϊκός ήρωας από το κοινό έξω από την τράπεζα, την διστακτικότητα του Sal στα «μεγαλεπίβολα» σχέδια του Sonny κτλ..

Το δυναμικό αυτό screenplay έρχεται να αποδώσει άπταιστα η σκηνοθεσία του Lumet. Ο ρυθμός του είναι γεμάτος ενέργεια και ταχύτητα, κάτι που είναι ακόμη πιο συναρπαστικό αν σκεφτείς πως η ταινία διαδραματίζεται στο μεγαλύτερο μερός της μοναχά εντός και εκτός της τράπεζας. Αυτή η λιτότητα στις επιλεγμένες τοποθεσίες δεν κάνει στιγμή την ταινία βαρετή ή αργή, αφού ο Lumet εναλλάσει αρμονικά το τί γίνεται με την αστυνομία και τί με τους ομήρους, «οδηγώντας» το σενάριο και τους ρυθμικούς διαλόγους του Pierson από το ένα συμβάν στο άλλο με αβίαστη ροή. Ακόμη, όντας ένας σκηνοθέτης γνωστός για τις δυνατές ερμηνείες που βγάζει από τους ηθοποιούς του, δεν απογοητεύει ούτε εδώ.

Ο Pacino δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες τις καριέρας του εδώ και μια κορυφαία ερμηνεία γενικά. Απεικονίζει τον Sonny σαν κάποιον που βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πριν από τον νευρικό κλονισμό και αισθάνεται διαρκώς κυνηγημένος και πιεσμένος από τους πάντες: τον σύντροφο του, την πρώην γυναίκα του ή την αστυνομία και η αγχωτική γλώσσα του σώματος του απέχει μίλια από άλλους ρόλους του. Ο Cazale πλαισιώνει την φανταστική δουλειά του Al με μια ερμηνεία που αποθανατίζει τον ντροπαλό και άνευρο Sal φοβερά, μουρμουρίζοντας τα όσα έχει να πει και περιμένοντας υπομονετικά την κάθε εξέλιξη που προκύπτει.

Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος με τον οποίο η ταινία αγγίζει διάφορα θέματα. Οι Lumet/Pierson σχολιάζουν καταπληκτικά την επίδραση των Μ.Μ.Ε. τόσο στην αστυνομία (η οποία δεν θέλει να κάνει τίποτα βίαιο μπροστά στις κάμερες), όσο και στους απλούς ανθρώπους (ο πιτσαδόρος που βιώνει τα 15 λεπτά δημοσιότητας του ή ο Sonny που μετατρέπεται σε επαναστάτη φωνάζοντας “ATTICA!ATTICA!” στο κοινό που παρακολουθεί τα γεγονότα). Ακόμη, η απεικόνιση ενός gay ζευγαριού και μιας soon-to-be transgender γυναίκας είναι πολύ μπροστά από την εποχή της, αφού ασχολείται με την σχέση αυτή με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε και με ένα straight ζευγάρι (και εδώ να αναφέρω πως το interplay μεταξύ του Sonny και του Leon είναι μια από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας).

Κλείνοντας, το Dog Day Afternoon αποτελεί απαραίτητη θέαση αν ενδιαφέρεσαι για τον Αμερικανικό κινηματογράφο των 70’s. Ανθρώπινοι χαρακτήρες, ρεαλιστικές καταστάσεις, εξαιρετικές θεματικές, φανταστικές ερμηνείες: τι άλλο θες; 

TIM BURTON: BATMAN

Χρονιά Κυκλοφορίας: 1989
Γενική Βαθμολογία = 10

Στυλιζαρισμένο, όμορφο και συναισθηματικά επίπεδο: κλασσικός Burton, δηλαδή.

Πριν αρχίσεις να επικροτείς τον Nolan για τον τρόπο με τον οποίο έσωσε τον Batman από την παρακμή του Batman & Robin (1997), σκέψου πως ο Burton κυκλοφόρησε την ταινία του στα τέλη των 80’s, μια περίοδο όπου ο Batman μπορεί να βίωνε αναγέννηση στον χώρο των comics, αλλά η τελευταία κινηματογραφική/τηλεοπτική εμπειρία που είχε το ευρύ κοινό με τον Σκοτεινό Ιππότη ήταν το Batman του 1966, το οποίο…μόνο σκοτεινό δεν ήταν.

Πρόσθεσε σε αυτό το ότι το superhero είδος βρισκόταν ακόμη σε εμβρυικό στάδιο και δεν υπήρχε η αποδοχή και marketing που έχουμε σήμερα για υπερηρωικές ταινίες και δεν είναι δύσκολο να δεις το δύσκολο έργο που είχε αναλάβει ο Tim. Σαν να μην έφτανε το ότι ο Batman ήταν, για το ευρύ κοινό, ένας campy και χαζοχαρούμενος χαρακτήρας,  ο Burton αποφάσισε να δώσει τον ρόλο του Bruce Wayne στον Michael «Σκαθαροζούμη» Keaton, κάτι το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πολλούς fan πριν την κυκλοφορία της ταινίας.

Παρά τις αντιξοότητες, όμως, το Batman έσπασε ταμεία και έδωσε για πρώτη φορά στον ήρωα το γνωστό σκοτεινό ύφος (στον κινηματογράφο -τα comics είναι άλλη υπόθεση), δείχνοντας στους επόμενους δημιουργούς τον τρόπο προσέγγισης για μια κινηματογραφική/τηλεοπτική δουλειά με τον Batman πρωταγωνιστή. Και, έτσι, ξεκίνησε η τρέλα του κόσμου με τον Νυχτερίδα, η οποία μόνο μεγαλύτερη γίνεται κάθε χρόνο. Όπως είπε και ο Kevin Smith για το καλοκαίρι του 89: “That summer was huge. You couldn’t turn around without seeing the Bat-Signal somewhere. People were cutting it into their fucking heads. It was just the summer of Batman and if you were a comic book fan it was pretty hot“. Περιττό να πω πως τα bat-merchandise πουλούσαν σαν τρελά εκείνη την περίοδο.

Έχει γεράσει καλά, όμως, το mega-hit του Burton; Έτσι και έτσι. Με διαφορά, το καλύτερο στοιχείο της ταινίας είναι το απαράμιλλο art-design. Όντας λάτρης της gothic αισθητικής, ο Burton δεν μπορούσε παρά να ταιριάξει με το ύφος του Batman και κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας είναι απόλαυση σε αυτόν τον τομέα. Η Gotham City είναι ένα μοναδικό και εφιαλτικό μείγμα διάφορων αρχιτεκτονικών στυλ, φωνάζοντας «παρακμή» από κάθε σοκάκι της, ενώ τα landmarks του ήρωα (bat-suit, batmobile, bat-cave κτλ.) είναι ταυτόχρονα κομψά και επιβλητικά. Τέλος, θαρρείς πως η ταινία διαδραματίζεται στα 30’s, αφού το dress code, τα οχήματα και τα κτίρια έχουν μια old-school κλίση. Αισθητικά, η ταινιά είναι μέχρι και σήμερα το πιο “batman-ικό” κινηματογραφικό δείγμα που έχουμε.

Επίσης, η κινηματογράφηση/σκηνοθεσία δεν πάει πίσω: τα πλάνα της ταινίας είναι καθαρά και στατικά, βοηθώντας τον θεατή να απορροφηθεί από την ατμόσφαιρα, ενώ κυριαρχεί και εδώ μια έντονη noir αισθητική: η κάμερα παίζει ασταμάτητα με τις σκιές και τις αντιθέσεις που δημιουργούν. Ίσως το πιο εντυπωσιακό πράγμα στην σκηνοθεσία του Burton είναι ο τρόπος που εισάγει τους χαρακτήρες/τοπία στην οθόνη: ο Jack Napier/Joker να ανακοινώνει τον νέο του εαυτό στο αφεντικό του, ο Batman να κλείνει αργά και ήρεμα τα φτερά του πίσω από δύο ληστές, ο δρόμος για την σπηλιά κτλ.. Γενικά, ο οπτικός τομέας είναι εξαιρετικός, με μόνο μερικά προβλήματα, τα οποία θα δούμε παρακάτω.

Ένα άλλο τεράστιο θετικό της ταινίας είναι η καταπληκτική μουσική του Danny Elfman. Μπλέκοντας υπέροχα το μακάβριο με το ηρωικό, το ρομαντικό με το τραγικό και το ανάλαφρο με το δραματικό, ο Elfman κατάφερνει να αποδώσει υπέροχα την μοναχική, μαχητική προσωπικότητα του πρωταγωνιστή και ενισχύει την αίσθηση «σκοτεινού παραμυθιού» που έχει η ταινία. Και δεν μιλάω μόνο για το κεντρικό θέμα που ξέρουν και οι πέτρες: τα περισσότερα θέματα του score είναι υπέροχα.

Και, φυσικά, οι ερμηνείες των Michael Keaton και Jack Nicholson είναι για πολλούς, μέχρι και σήμερα, οι απόλυτες για τους ρόλους του Batman και του Joker, αντίστοιχα. Διαφώνω, αλλά δεν παύουν να είναι εξαιρετικοί και οι δύο. Ο πρώτος αξιοποιεί τις διαφορετικές πτυχές του ήρωα και παίζει εκπληκτικά τον Wayne ως εκκεντρικό και τον Batman ως απόκοσμο σιωπηλό εκδικητή. Επίσης, μου άρεσει πολύ το πόσο λεπτά αποδίδει τις δραματικές στιγμές: δες την σκηνή όπου αφήνει λουλούδια στο μέρος δολοφονίας των γονιών του, για παράδειγμα. Ο δεύτερος μπορεί να είναι λίγο στον αυτόματο πιλότο (στην ουσία θα δεις τις τρέλες του Nicholson σε λίγο πιο μεγάλη ποσότητα και με make-up), αλλά φέρνει ένα υπέροχο offbeat χιούμορ στο τραπέζι, ενώ είναι ταυτόχρονα απειλητικός και αστείος. Οι ύπολοιποι ηθοποιοί κάνουν καλά την δουλειά τους με το υλικό που τους δίνεται, με μόνο ψεγάδι την Kim Basinger, η οποία θα μπορούσε να είναι η επόμενη scream queen με τόσα ουρλιαχτά.

Από την άλλη, η ταινία έχει και αρκετά αρνητικά. Αρχικά, ο Burton δεν ήταν ποτέ του καλός action σκηνοθέτης. Η δουλειά του στον τομέα αυτό (είτε μιλάμε για σκηνές με οχήματα είτε για hand-to-hand δράση) στερείται ρυθμού, έντασης και καλής χορογραφίας, ενώ οι ρομποτικές κινήσεις του Batman στο hand-to-hand λόγω της στολής «ρίχνουν» κι άλλο τις ήδη δύσκαμπτες μάχες. Δεν ξέρω πως φαίνονταν οι σκηνές αυτές το 1989, το 2017, όμως, το “action” μέρος της ταινίας είναι σοβαρότατα προβληματικό. Επίσης, το γεγονός ότι οι σκηνές που διαδραματίζονται στους δρόμους της Gotham City έχουν γυριστεί σε studio (τα λεγόμενα backlot) και με αρκετές μακέτες για τα κτήρια εμποδίζει την πόλη να «ζωντανέψει» πραγματικά. 

Άλλο ένα πρόβλημα είναι το ότι ο Burton και οι σεναριογράφοι δεν φαίνεται να δίνουν ιδιαίτερο βάρος στους χαρακτήρες και τα arc που μπορεί να έχουν: η ταινία αποτελεί ένα τρανό δείγμα της “style over substance” κατηγορίας που έχει δεχτεί κατά καιρούς ο Tim. Αν περιμένεις ενδιαφέροντες supporting χαρακτήρες όπως στην τριλογία του Nolan, ξέχασε το: η ταινία ασχολείται αποκλειστικά με το δίπολο Bats/Joker, αλλά δεν είναι ότι και εκεί δίνουν ρέστα. Ο Joker μπορεί να δουλεύει υπέροχα και σαν στατικός χαρακτήρας άρα δεν με ενοχλεί η έλλειψη arc, αλλά θα ήθελα λίγο παραπάνω βάρος στην χαοτική του προσωπικότητα και κίνητρα. Επίσης, το origin του εδώ τον παρουσιάζει ως έναν κοινότυπο «σκληρό» gangster πριν την αλλαγή: δεν φτάνει σε καμία περίπτωση το κλασσικό The Killing Joke και καλύτερα θα ήταν να μην του δώσουν καν origin, όπως άλλωστε συμβαίνει και στις περισσότερες ιστορίες του χαρακτήρα.

Το ρομάντζο μεταξύ Bruce Wayne και Vicki Vale είναι επιφανειακό και αδιάφορο, ενώ οι σεναριογράφοι, ανίκανοι να σκεφτούν έξυπνα, έχουν αλλάξει το origin του ήρωα για να έχει ένα υποτυπώδες arc ο Batman. Το θέμα είναι πως αυτή η αλλαγή πάει κόντρα σε όλη το concept του χαρακτήρα και θα είμαι περιεκτικός γιατί έχει εξηγηθεί πολύ πιο διεξοδικά το θέμα. Ο δολοφόνος πρέπει να είναι ένας άγνωστος, τυχαίος ληστής και ο Batman δεν πρέπει ποτέ να τον πιάσει, πόσο μάλλον να τον σκοτώσει (επίσης, σοβαρά, ο Batman σκοτώνει;;;). Πότε ήταν η τελευταία φορά που διάβασε comic του Batman ο Burton; Το 1939; Όπως και να έχει, το revenge story που επινόησε η σεναριακή ομάδα ίσως να μπορούσε να δουλέψει για έναν άλλο χαρακτήρα, αλλά απλά δεν ταιριάζει στον Batman.

Και μετά έχουμε την υπόθεση της ταινίας, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Αρχικά, από τη στιγμή που το ρομάντζο με την Vicki Vale είναι αδιάφορο, κάθε σκηνή που την εμπλέκει με κάποιο τρόπο φαντάζει περιττό (π.χ. η πρώτη απόπειρα απαγωγής στο μουσείο). Επίσης, η ταινία φαίνεται να είναι γραμμένη πάνω στην ερμηνεία του Nicholson και όχι το αντίθετο: επομένως, αντί οι τρέλες του Joker να υποστηρίζουν την πλοκή της ταινίας, κάθε γεγονός στην οθόνη τείνει να υπηρετεί την ανάγκη του Burton να φτιάξει μια solo ταινία με τον clown. Το αποτέλεσμα είναι μια πλοκή που ακολουθεί το γνωστό «ο Joker τρομοκρατεί την πόλη» μοτίβο, αλλά αρνείται να φέρει κάτι πρωτότυπο στο τραπέζι, να εξιτάρει και να κρατήσει την αγωνία και ενδιαφέρον του θεατή αμείωτα γιατί πολύ απλά η σεναριακή ομάδα παίζει εκ του ασφαλούς και δεν ρίχνει φρέσκιες ιδέες στην χιλιοπαιγμένη συνταγή.

Τελικά, πρόκειται για μια καλή, αλλά σαφέστατα προβληματική εμπειρία και επιβεβαιώνει όσους θεωρούν πως οι ταινίες του Burton είναι “style over substance”, αφού στην ουσία πρόκειται για μια στυλιζαρισμένη «ιστορία της εβδομάδας», χωρίς κάποια ισχυρά θεματικά μοτίβα. Αν περιμένεις να δεις στο επίπεδο του Dark Knight, ξέχνα το: το Batman θα σου δώσει ένα, σε γενικές γραμμές, ευχάριστο δύωρο, αλλά μην περιμένεις τίποτα περισσότερο.